Πότε να δώσουμε έξυπνο τηλέφωνο στα παιδιά μας;

Η κατοχή μιας προσωπικής «έξυπνης» συσκευής - είτε πρόκειται για κινητό τηλέφωνο είτε για tablet - αποτελεί μεγάλη ευθύνη για ένα παιδί, και έχει μεγάλη σημασία πότε θα την αποκτήσει για πρώτη φορά. Τόσο η εμπειρία όσο και οι έρευνες δείχνουν ότι είναι προτιμότερο να περιμένουμε τουλάχιστον μέχρι την ηλικία των 14 ετών. Ο βασικός λόγος είναι ότι οι περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη λήψη αποφάσεων, τον αυτοέλεγχο και την αξιολόγηση των συνεπειών - ιδιαίτερα ο μετωπιαίος λοβός - ολοκληρώνουν την ανάπτυξή τους μόνο στα μέσα της εφηβείας. Μέχρι τότε, το παιδί δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να ρυθμίσει συνειδητά τη χρήση της οθόνης και είναι πιο εύκολο να παγιδευτεί από διαδικτυακό περιεχόμενο που προσφέρει άμεση ανταμοιβή, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή τα διαδικτυακά παιχνίδια.

Η περίοδος μεταξύ 10 και 14 ετών είναι έτσι κι αλλιώς καθοριστική για την ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, προσωπικής επικοινωνίας και ικανότητας διαχείρισης συγκρούσεων. Αν το παιδί εισέλθει πολύ νωρίς στον διαρκώς ενεργό και συχνά επιφανειακό κόσμο των ψηφιακών σχέσεων, αυτές οι δεξιότητες μπορεί να περάσουν σε δεύτερη μοίρα, ενώ παράλληλα αυξάνεται το άγχος και η τάση για διαταραχές εικόνας σώματος. Επιπλέον, η κατοχή προσωπικής έξυπνης συσκευής αυξάνει σημαντικά και την έκθεση σε ψηφιακούς κινδύνους: τα παιδιά μπορεί πιο εύκολα να έρθουν αντιμέτωπα με διαδικτυακό εκφοβισμό, ακατάλληλο περιεχόμενο ή ακόμη και ψηφιακούς θηρευτές.

Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα, επειδή θεωρούν ότι θα περιορίσουν αυστηρά τον χρόνο οθόνης του παιδιού τους. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι κανένας γονέας δεν μπορεί να επιβλέπει κάθε στιγμή πότε και υπό ποιες συνθήκες χρησιμοποιεί το παιδί μια συσκευή — στο σχολείο, στα σπίτια φίλων ή μέσω δημόσιων δικτύων οι τεχνικοί περιορισμοί μπορούν εύκολα να παρακαμφθούν. Επιπλέον, ο εξωτερικός έλεγχος δεν διδάσκει αυτορρύθμιση: μόλις οι περιορισμοί εξαφανιστούν, συχνά ακολουθεί απότομη και υπερβολική χρήση.

Ακόμη και μόλις 30 λεπτά ημερησίως μπορεί να είναι αρκετά ώστε ένας εγκέφαλος συνηθισμένος στη γρήγορη ανταμοιβή να δυσκολεύεται πλέον να βρίσκει ευχαρίστηση σε πιο αργές και ουσιαστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, οι χειροτεχνίες ή το διάβασμα.

Η κατοχή προσωπικού κινητού τηλεφώνου επηρεάζει επίσης αρνητικά την ποιότητα της μάθησης και του ύπνου. Οι συνεχείς ειδοποιήσεις κατά τη διάρκεια της μελέτης και η διασπασμένη προσοχή αποδυναμώνουν τη μνήμη και την κατανόηση, ενώ ακόμη και η απλή παρουσία της συσκευής - χωρίς να χρησιμοποιείται - μπορεί να μειώσει τόσο τη διάρκεια όσο και το βάθος του ύπνου.

Η αναμονή μέχρι την ηλικία των 14 ετών, επομένως, δεν σημαίνει ότι το παιδί θα «μείνει πίσω» από τον ψηφιακό κόσμο. Σημαίνει ότι θα εισέλθει σε αυτόν με πιο ασφαλή και πιο ώριμα θεμέλια. Μακροπρόθεσμα, αυτή η απόφαση προστατεύει την ψυχική του υγεία, ενισχύει τις προσωπικές του σχέσεις και καλλιεργεί δεξιότητες που θα χρειαστεί και ως ενήλικας.

Οι οθόνες μπορούν να περιμένουν — η παιδική ηλικία όχι.

Previous
Previous

Ψηφιακή ενηλικίωση

Next
Next

Παιδιά στο διαδίκτυο