Παιδιά στο διαδίκτυο

Πρόσφατα, η Αυστραλία πήρε μια ριζική, αλλά για πολλούς απαραίτητη απόφαση: αύξησε το ελάχιστο ηλικιακό όριο για εγγραφή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στα 16 έτη. Η κίνηση αυτή προκάλεσε παγκόσμιες συζητήσεις και χώρες όπως η Ελλάδα εξετάζουν το ενδεχόμενο να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Δεν είναι τυχαίο: η ψυχική υγεία, η ανάπτυξη και η διαδικτυακή ασφάλεια των παιδιών και των εφήβων είναι ζητήματα που πλέον δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Το ισχύον ηλικιακό όριο των 13 ετών σε διεθνές επίπεδο δεν βασίζεται σε ψυχολογικές ή αναπτυξιακές μελέτες, αλλά σε μια αμερικανική νομοθεσία: τον νόμο COPPA (Children’s Online Privacy Protection Act) του 1998. Ο νόμος αυτός ορίζει ότι τα παιδιά κάτω των 13 δεν μπορούν να δώσουν νομικά έγκυρη συγκατάθεση για την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων, επομένως οι τεχνολογικές εταιρείες δεν μπορούν να τους προσφέρουν υπηρεσίες που την απαιτούν.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ένα παιδί 13 ετών είναι ψυχολογικά ώριμο να εισέλθει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – έναν κόσμο όπου οι αλγόριθμοι διαμορφώνουν την αντίληψη της πραγματικότητας, η αυτοεκτίμηση δοκιμάζεται καθημερινά, και η διαδικτυακή παρενόχληση μπορεί να έχει μακροχρόνιες και σοβαρές συνέπειες.

Ο Jonathan Haidt, παγκοσμίου φήμης ψυχολόγος, δείχνει μέσα από τις έρευνές του ότι με την εξάπλωση των έξυπνων τηλεφώνων και των social media από μικρές ηλικίες, έχει καταγραφεί σημαντική αύξηση του άγχους, της κατάθλιψης, του αυτοτραυματισμού και των αυτοκτονικών σκέψεων, ιδιαίτερα σε έφηβες κοπέλες.

Ένα κρίσιμο στάδιο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, της ταυτότητας και της αυτοαντίληψης είναι η πρώιμη εφηβεία. Σε αυτή τη φάση, η σύγκριση με άλλους, η ανάγκη για αποδοχή και η επαφή με την (συχνά επιθετική) ανωνυμία του διαδικτύου μπορεί να γίνουν ιδιαίτερα επικίνδυνες. Το νευρικό σύστημα, η συναισθηματική ρύθμιση και η κριτική σκέψη δεν έχουν ακόμα ωριμάσει για να αντέξουν τις πιέσεις της ψηφιακής έκθεσης.

Η πρόταση για ηλικιακό όριο στα 16 δεν είναι αυθαίρετη. Αντιθέτως, αποτελεί έναν συμβιβασμό βασισμένο σε αναπτυξιακά και κοινωνικοψυχολογικά δεδομένα. Σε αυτή την ηλικία, οι έφηβοι είναι σε πολύ καλύτερη θέση να αναγνωρίζουν διαδικτυακές χειραγωγήσεις, να διαχειρίζονται παρενόχληση και να αντέχουν την πίεση της κοινωνικής σύγκρισης.

Επιπλέον, ένα υψηλότερο ηλικιακό όριο προσφέρει πολύτιμο χρόνο σε γονείς και σχολεία για να προετοιμάσουν τα παιδιά για τον ψηφιακό κόσμο. Όχι μέσα από απαγορεύσεις, αλλά μέσω μιας σταδιακής, ενημερωμένης και υπεύθυνης εισόδου.

Οι εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχουν οικονομικό συμφέρον να επιτρέπουν την εγγραφή από όσο το δυνατόν μικρότερες ηλικίες: περισσότερα χρόνια χρήσης σημαίνουν περισσότερα έσοδα. Συνεπώς, η ρύθμιση δεν μπορεί να αφεθεί αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα. Είναι ευθύνη των κρατών να προστατεύσουν τα παιδιά και να θεσπίσουν κανόνες με γνώμονα την παιδική ασφάλεια.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι από τη φύση τους “κακά”, αλλά δεν είναι κατάλληλα για όλους, ούτε σε κάθε ηλικία. Όπως περιορίζουμε την κατανάλωση αλκοόλ ή την οδήγηση σε συγκεκριμένες ηλικίες, έτσι και η συμμετοχή στα social media προϋποθέτει ωριμότητα.

Το όριο των 16 ετών δεν είναι απαγόρευση. Είναι προστασία.

Previous
Previous

Πότε να δώσουμε έξυπνο τηλέφωνο στα παιδιά μας;

Next
Next

Ο εγκέφαλος των παιδιών και οι οθόνες