Η Γενιά του Άγχους
Τι μας λέει ο Jonathan Haidt για τα παιδιά, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την παιδική ηλικία που αλλάζει - Book review του βιβλίου The Anxious Generation του Jonathan Haidt.
Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι γονείς, εκπαιδευτικοί και επαγγελματίες ψυχικής υγείας παρατηρούν μια ανησυχητική αλλαγή στα παιδιά και στους εφήβους: αυξημένο άγχος, δυσκολίες συγκέντρωσης, κοινωνική απόσυρση, χαμηλή αυτοεκτίμηση, εξάρτηση από τις οθόνες και έντονη συναισθηματική ευαλωτότητα.
Στο βιβλίο Η Γενιά του Άγχους (The Anxious Generation), ο κοινωνικός ψυχολόγος Jonathan Haidt επιχειρεί να απαντήσει σε ένα δύσκολο αλλά εξαιρετικά σημαντικό ερώτημα:
Τι ακριβώς συνέβη στην παιδική ηλικία μέσα στην τελευταία δεκαετία;
Και η απάντησή του είναι ξεκάθαρη: Η μαζική είσοδος των έξυπνων συσκευών και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην καθημερινότητα των παιδιών άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν.
Η βασική ιδέα του βιβλίου
Ο Haidt υποστηρίζει ότι η παιδική ηλικία μετατράπηκε σταδιακά από μια “play-based childhood” — μια παιδική ηλικία βασισμένη στο ελεύθερο παιχνίδι, την ανεξαρτησία και τις πραγματικές κοινωνικές εμπειρίες — σε μια “phone-based childhood”, όπου μεγάλο μέρος της ζωής των παιδιών μεταφέρθηκε μέσα στις οθόνες.
Αυτή η αλλαγή δεν ήταν απλώς τεχνολογική. Ήταν αναπτυξιακή, ψυχολογική και κοινωνική.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, τα παιδιά σήμερα:
περνούν λιγότερο χρόνο σε ελεύθερο παιχνίδι,
κοινωνικοποιούνται λιγότερο πρόσωπο με πρόσωπο,
εκτίθενται συνεχώς σε αλγοριθμικά σχεδιασμένο περιεχόμενο,
συγκρίνουν τον εαυτό τους διαρκώς με άλλους στο διαδίκτυο,
και μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς ψηφιακής διέγερσης.
Το αποτέλεσμα; Μια γενιά με αυξημένα επίπεδα άγχους, μοναξιάς και συναισθηματικής δυσκολίας.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν επηρεάζουν όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι ότι ο Haidt δεν αντιμετωπίζει όλα τα παιδιά ως ίδια περίπτωση.
Ιδιαίτερα στα κορίτσια, συνδέει την άνοδο του άγχους, της κατάθλιψης, των διατροφικών διαταραχών και της χαμηλής αυτοεκτίμησης με τη συνεχή κοινωνική σύγκριση που δημιουργούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η κουλτούρα των likes, της εικόνας και της ψηφιακής επιβεβαίωσης φαίνεται να επηρεάζει βαθιά την αυτοεικόνα και την ψυχική υγεία των εφήβων.
Στα αγόρια, από την άλλη πλευρά, ο συγγραφέας εστιάζει περισσότερο στα διαδικτυακά παιχνίδια, στην κοινωνική απομόνωση, στην υπερβολική ψηφιακή ενασχόληση, και στη σταδιακή απομάκρυνση από τον πραγματικό κόσμο.
Το πιο δυνατό σημείο του βιβλίου
Η μεγαλύτερη δύναμη του βιβλίου είναι ότι δεν βασίζεται μόνο σε προσωπικές απόψεις ή φόβους γύρω από την τεχνολογία. Ο Haidt χρησιμοποιεί επιστημονικές έρευνες, στατιστικά δεδομένα, ψυχολογικές μελέτες, και κοινωνικές παρατηρήσεις για να χτίσει το επιχείρημά του. Το βιβλίο είναι γραμμένο με τρόπο προσιτό, χωρίς υπερβολικά ακαδημαϊκή γλώσσα, κάτι που το κάνει εύκολα κατανοητό ακόμη και για αναγνώστες χωρίς γνώσεις ψυχολογίας. Παράλληλα, αποφεύγει τον πανικό και την καταστροφολογία. Ο στόχος του δεν είναι να «δαιμονοποιήσει» την τεχνολογία, αλλά να αναδείξει το γεγονός ότι ο εγκέφαλος των παιδιών δεν έχει εξελιχθεί ώστε να διαχειρίζεται απεριόριστη ψηφιακή διέγερση από τόσο μικρή ηλικία.
Οι βασικές προτάσεις του βιβλίου
Ο συγγραφέας προτείνει μια πιο προστατευτική και συνειδητή προσέγγιση απέναντι στην τεχνολογία και ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Μεταξύ άλλων, υποστηρίζει:
καθυστέρηση πρόσβασης στις έξυπνες συσκευές,
περιορισμό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις μικρές ηλικίες,
περισσότερη ελευθερία για πραγματικό παιχνίδι,
περισσότερη αυτονομία και ανεξαρτησία,
και ενίσχυση των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων.
Μία από τις πιο γνωστές προτάσεις του είναι:
όχι έξυπνο τηλέφωνο πριν τα 14,
όχι μέσα κοινωνικής δικτύωσης πριν τα 16.
Θέσεις που τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να συζητούνται όλο και περισσότερο διεθνώς.
Αξίζει να το διαβάσει κανείς;
Οπωςδήποτε! Ιδιαίτερα αν είναι γονέας, εκπαιδευτικός, επαγγελματίας ψυχικής υγείας ή γενικά άτομο που ενδιαφέρεται για το πώς η τεχνολογία επηρεάζει τα παιδιά και τους εφήβους.
Το Η Γενιά του Άγχους δεν προσφέρει εύκολες λύσεις ούτε απλές απαντήσεις.
Προσφέρει όμως κάτι ίσως πιο σημαντικό: μια αφορμή να ξανασκεφτούμε πώς μοιάζει σήμερα η παιδική ηλικία και τι είδους ψηφιακό περιβάλλον δημιουργούμε για τα παιδιά.
Και ίσως το πιο σημαντικό μήνυμα του βιβλίου να είναι αυτό:
Η τεχνολογία θα υπάρχει πάντα.
Η παιδική ηλικία όμως δεν περιμένει.